Όρια στο παιδί σου χωρίς να πληγώνεις τη σχέση σας
Παιδί
Το να βάζεις όρια στο παιδί σου είναι μία από τις σημαντικότερες, αλλά και πιο απαιτητικές, ευθύνες του γονιού. Δεν είναι πάντα εύκολο να αποφασίσεις πότε χρειάζεται να πεις «όχι», πώς να παραμείνεις σταθερός και, κυρίως, πώς να θέσεις κανόνες χωρίς να δημιουργήσεις απόσταση στη σχέση σας.
Η θέσπιση ορίων απαιτεί αυτογνωσία, συνέπεια, ψυχραιμία και αποφασιστικότητα. Για πολλούς γονείς, όμως, συνοδεύεται από ενοχές και αμφιβολίες. Μπορεί να φοβούνται ότι θα φανούν αυστηροί, ότι θα στενοχωρήσουν το παιδί τους ή ότι θα χάσουν τον ρόλο του «καλού γονιού». Άλλες φορές, οι διαφορετικές απόψεις μεταξύ των δύο γονιών ή η ανάγκη να ικανοποιήσουν το παιδί οδηγούν σε αντιφατικά μηνύματα.
Η αγάπη, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιτρέπουμε τα πάντα. Τα όρια δεν έχουν ως στόχο να τιμωρήσουν ή να ελέγξουν το παιδί. Αντίθετα, του προσφέρουν ασφάλεια, σταθερότητα και σαφήνεια, ενώ παράλληλα το βοηθούν να αναπτύξει υπευθυνότητα και να κατανοήσει ότι κάθε συμπεριφορά έχει συνέπειες.
Ακολουθούν τέσσερις βασικές στρατηγικές που προτείνει η συγγραφέας και ψυχοθεραπεύτρια Christel Petitcollin στο βιβλίο της- Πώς να επικοινωνήσετε σωστά με το παιδί σας, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν ως ένας πρακτικός οδηγός για πιο αποτελεσματική θέσπιση ορίων.
1.Μην υπονομεύεις το κύρος του άλλου γονιού
Είναι ένα συνηθισμένο σκηνικό: ο ένας γονιός βάζει ένα όριο και ο άλλος παρεμβαίνει αμέσως για να το ακυρώσει. Μπορεί, για παράδειγμα, να θεωρήσει ότι ο άλλος είναι υπερβολικά αυστηρός ή να μην αντέχει να βλέπει το παιδί να απογοητεύεται.
Η αντίδραση αυτή, όμως, μπορεί τελικά να δυσκολέψει και τους δύο γονείς. Όταν ο ένας ακυρώνει συστηματικά την απόφαση του άλλου, το παιδί λαμβάνει αντικρουόμενα μηνύματα και μπορεί να αντιληφθεί ότι έχει τη δυνατότητα να στρέψει τον έναν γονιό εναντίον του άλλου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο γονείς πρέπει να συμφωνούν σε όλα. Είναι φυσιολογικό να έχουν διαφορετικές αξίες, απόψεις και αντιλήψεις σχετικά με το τι επιτρέπεται και τι όχι. Η διαφωνία, όμως, καλό είναι να συζητείται μεταξύ των ενηλίκων και όχι μπροστά στο παιδί με τρόπο που ακυρώνει τον άλλο γονιό.
Όταν ένα όριο χρειάζεται να τεθεί, είναι σημαντικό ο γονιός που το θέτει να μπορεί να το υποστηρίξει με ηρεμία και συνέπεια. Αν υπάρχει διαφωνία, αυτή μπορεί να συζητηθεί αργότερα, ιδιωτικά.
Το βασικό μήνυμα προς το παιδί πρέπει να είναι ξεκάθαρο: οι γονείς μπορεί να διαφωνούν, αλλά δεν χρειάζεται να ανταγωνίζονται μεταξύ τους.
2. Μην απολογείσαι για τα όρια που βάζεις
Όταν ένα παιδί ακούει «όχι», είναι φυσιολογικό να απογοητεύεται, να θυμώνει ή να προσπαθεί να αλλάξει την απόφαση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γονιός έκανε κάτι λάθος.
Πολλές φορές, όμως, οι γονείς αισθάνονται την ανάγκη να εξηγούν ξανά και ξανά γιατί έθεσαν ένα συγκεκριμένο όριο. Μπορεί να μιλούν για αρκετή ώρα, να προσπαθούν να πείσουν το παιδί ή ακόμη και να ζητούν συγγνώμη επειδή δεν του επιτρέπουν αυτό που θέλει.
Η υπερβολική δικαιολόγηση δεν κάνει απαραίτητα το όριο πιο κατανοητό. Αντίθετα, μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι η απόφαση είναι διαπραγματεύσιμη.
Δεν χρειάζεται κάθε «όχι» να συνοδεύεται από μια μεγάλη συζήτηση. Μια σύντομη, ξεκάθαρη και ήρεμη εξήγηση είναι συνήθως αρκετή.
Για παράδειγμα, αντί για μια μακρά διαπραγμάτευση, μπορείς να πεις:
«Καταλαβαίνω ότι θέλεις να συνεχίσεις να παίζεις, αλλά τώρα είναι ώρα να κλείσουμε την οθόνη.»
Το παιδί μπορεί να μη συμφωνεί. Και αυτό είναι εντάξει. Ο στόχος δεν είναι να συμφωνεί πάντα με τον γονιό, αλλά να μάθει σταδιακά να διαχειρίζεται τη ματαίωση και να σέβεται τα όρια.
3. Απόφυγε τις «ψευδείς» ερωτήσεις
Ένα ακόμη συχνό λάθος είναι να χρησιμοποιούμε ερωτήσεις ενώ στην πραγματικότητα θέλουμε να δώσουμε μια οδηγία.
Για παράδειγμα:
«Έχεις κάνει τα μαθήματά σου;»
«Έχεις μαζέψει το δωμάτιό σου;»
«Δεν είπαμε ότι θα κλείσεις τώρα την τηλεόραση;»
Όταν ο γονιός γνωρίζει ήδη ότι το παιδί δεν έχει κάνει αυτό που πρέπει, η ερώτηση μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση επίπληξη ή κατηγορία. Αυτό ενδέχεται να προκαλέσει άμυνα, αντιπαράθεση ή ενοχές και να δυσκολέψει την επικοινωνία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται μια ήρεμη, άμεση και ξεκάθαρη διατύπωση.
Για παράδειγμα:
«Ήρθε η ώρα να μαζέψεις το δωμάτιό σου.»
ή
«Πρώτα θα ολοκληρώσεις τα μαθήματά σου και μετά μπορείς να παίξεις.»
Παράλληλα, είναι σημαντικό να θυμάσαι ότι ένα όριο πρέπει να έχει διατυπωθεί ξεκάθαρα προτού περιμένεις από το παιδί να το ακολουθήσει. Κάτι που φαίνεται αυτονόητο στον ενήλικα μπορεί να μην είναι καθόλου αυτονόητο για ένα παιδί.
Γι’ αυτό, πριν θεωρήσεις ότι το παιδί «ξεπέρασε τα όρια», αναρωτήσου: του είχα εξηγήσει με σαφήνεια τι περιμένω από εκείνο;
4. Αν χρειαστεί συνέπεια, επίλεξέ την με ψυχραιμία
Όταν τα όρια έχουν τεθεί με σαφήνεια και εφαρμόζονται με συνέπεια, πολλές φορές δεν χρειάζεται να φτάσουμε στην τιμωρία.
Όταν, όμως, μια συμπεριφορά ξεπερνά ένα συμφωνημένο όριο, μπορεί να χρειαστεί να υπάρξει μια λογική και κατάλληλη συνέπεια.
Το σημαντικό είναι αυτή να αποφασίζεται σε κατάσταση ηρεμίας και όχι πάνω στον θυμό της στιγμής.
Αν μια συμπεριφορά του παιδιού σε αιφνιδιάσει ή σε εξοργίσει, δεν χρειάζεται να αντιδράσεις αμέσως. Μπορείς να πάρεις λίγο χρόνο και να πεις:
«Είμαι πολύ θυμωμένος με αυτό που έγινε. Χρειάζομαι λίγο χρόνο για να ηρεμήσω και μετά θα συζητήσουμε τι θα γίνει.»
Έτσι αποφεύγεις τις παρορμητικές αντιδράσεις και έχεις χρόνο να σκεφτείς μια συνέπεια που πραγματικά συνδέεται με τη συμπεριφορά του παιδιού.
Οι συνέπειες δεν χρειάζεται να είναι προσβλητικές, εξευτελιστικές ή δυσανάλογες. Ακόμη περισσότερο, καλό είναι να αποφεύγονται τιμωρίες που έχουν ως μοναδικό στόχο να πληγώσουν το παιδί στερώντας του κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, χωρίς να υπάρχει ουσιαστική σύνδεση με αυτό που συνέβη.
Όρια με σταθερότητα, αλλά και με σεβασμό
Το να βάζεις όρια δεν σημαίνει να είσαι συνεχώς αυστηρός. Σημαίνει να είσαι σταθερός, σαφής και συνεπής, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζεις τα συναισθήματα του παιδιού σου.
Το παιδί μπορεί να θυμώσει επειδή δεν του επιτρέπεις κάτι. Μπορεί να κλάψει, να διαμαρτυρηθεί ή να προσπαθήσει να αλλάξει την απόφασή σου. Η αποδοχή των συναισθημάτων του δεν σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξεις το όριο.
Μπορείς να του δείξεις ότι κατανοείς πώς νιώθει, χωρίς να υποχωρείς:
«Καταλαβαίνω ότι είσαι στενοχωρημένος επειδή θέλεις να συνεχίσεις να παίζεις. Είναι δύσκολο να σταματάς κάτι που απολαμβάνεις. Παρ’ όλα αυτά, τώρα είναι ώρα να σταματήσουμε.»
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί μαθαίνει κάτι πολύ σημαντικό: ότι τα συναισθήματά του είναι αποδεκτά, αλλά δεν καθορίζουν πάντα τους κανόνες.
Τα υγιή όρια δεν απομακρύνουν τον γονιό από το παιδί. Αντίθετα, όταν τίθενται με αγάπη, συνέπεια και σεβασμό, δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να νιώθει ασφάλεια, να αναπτύσσει αυτονομία και να μαθαίνει σταδιακά να διαχειρίζεται τις επιθυμίες, τις απογοητεύσεις και τις ευθύνες του.














