Δεν κοιμάσαι καλά; 4 διαταραχές ύπνου που συχνά περνούν απαρατήρητες
Health
Το να ξυπνάς κουρασμένος, να νυστάζεις έντονα μέσα στην ημέρα ή να δυσκολεύεσαι συστηματικά να αποκοιμηθείς δεν σημαίνει απαραίτητα ότι απλώς χρειάζεσαι «λίγο περισσότερο ύπνο». Σε ορισμένες περιπτώσεις, πίσω από την επίμονη κόπωση μπορεί να κρύβεται μια πραγματική διαταραχή ύπνου.
Η Dr. Sarah Silverman, ψυχολόγος με εξειδίκευση στη συμπεριφορική ιατρική του ύπνου και εκπαίδευση στο Stanford, έχει επισημάνει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον φαινόμενο: πολλοί άνθρωποι έχουν συνηθίσει τόσο πολύ να μην κοιμούνται καλά, ώστε θεωρούν πλέον φυσιολογικές τις συνέπειες.
Η μόνιμη κούραση αποδίδεται στο στρες και στις πολλές υποχρεώσεις, η υπνηλία στη δουλειά στη μονοτονία, ενώ το να αποκοιμιέται κάποιος στα μέσα μεταφοράς μπορεί να αντιμετωπίζεται ακόμη και ως κάτι αστείο. Όμως, όταν τέτοια φαινόμενα είναι συστηματικά, μπορεί να αποτελούν ενδείξεις ότι ο ύπνος χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή.
Πολλές διαταραχές ύπνου εξακολουθούν να μην αναγνωρίζονται ή να διαγιγνώσκονται έγκαιρα. Τέσσερις από αυτές είναι ιδιαίτερα συχνές.
1. Αϋπνία: όταν θέλεις να κοιμηθείς αλλά δεν μπορείς
Η αϋπνία δεν περιορίζεται στο να στριφογυρίζει κάποιος στο κρεβάτι περιμένοντας να τον πάρει ο ύπνος. Μπορεί να εκδηλωθεί ως δυσκολία στην έναρξη του ύπνου, συχνά ξυπνήματα μέσα στη νύχτα με αδυναμία να αποκοιμηθεί ξανά ή ανεπιθύμητο πολύ πρωινό ξύπνημα.
Όταν το πρόβλημα εμφανίζεται τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα, διαρκεί για τουλάχιστον τρεις μήνες και επηρεάζει τη λειτουργικότητα κατά τη διάρκεια της ημέρας, μπορεί να πληρούνται τα κριτήρια χρόνιας διαταραχής αϋπνίας.
Υπολογίζεται ότι περίπου 10%-15% του γενικού πληθυσμού πληροί τα κριτήρια χρόνιας αϋπνίας, ενώ το πρόβλημα εμφανίζεται συχνότερα μεταξύ γυναικών, μεγαλύτερων σε ηλικία ανθρώπων και ατόμων που αντιμετωπίζουν παράλληλα προβλήματα ψυχικής υγείας.
Δεν είναι, όμως, μόνο οι άγρυπνες ώρες που πρέπει να μας προβληματίσουν. Ενδείξεις μπορεί να είναι η εξάντληση ακόμη και μετά από αρκετές ώρες ύπνου, η ευερεθιστότητα και οι μεταβολές της διάθεσης, η δυσκολία συγκέντρωσης και τα προβλήματα μνήμης.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης το άγχος που αρχίζει να εμφανίζεται όσο πλησιάζει η ώρα του ύπνου. Κάποιος μπορεί να αισθάνεται εξαντλημένος όλο το βράδυ και, μόλις ξαπλώσει, να νιώθει ξαφνικά υπερβολικά «ξύπνιος». Πρόκειται για την κατάσταση υπερεγρήγορσης που συχνά συνοδεύει τη χρόνια αϋπνία.
Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία για την Αϋπνία (CBT-I) θεωρείται θεραπεία πρώτης γραμμής για τη χρόνια αϋπνία. Ανάλογα με την περίπτωση, ο γιατρός μπορεί να εξετάσει και άλλες θεραπευτικές επιλογές ή φαρμακευτική αγωγή.
2. Αποφρακτική υπνική άπνοια: ο ύπνος που διακόπτεται χωρίς να το αντιλαμβάνεσαι
Στην αποφρακτική υπνική άπνοια, οι ανώτεροι αεραγωγοί στενεύουν ή κλείνουν επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του ύπνου, περιορίζοντας ή διακόπτοντας προσωρινά την αναπνοή.
Ο εγκέφαλος αναγκάζεται τότε να προκαλέσει μικροσκοπικές αφυπνίσεις ώστε να αποκατασταθεί η αναπνοή. Το άτομο συνήθως δεν θυμάται αυτές τις αφυπνίσεις το επόμενο πρωί. Όταν όμως επαναλαμβάνονται πολλές φορές μέσα στη νύχτα, ο ύπνος κατακερματίζεται και παύει να είναι πραγματικά αναζωογονητικός.
Το δυνατό ροχαλητό αποτελεί πιθανή ένδειξη, αλλά δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που ροχαλίζει έχει υπνική άπνοια.
Άλλα σημάδια που αξίζει να διερευνηθούν είναι η έντονη υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, το ξύπνημα με ξηροστομία ή πονόλαιμο, οι πρωινοί πονοκέφαλοι, τα προβλήματα μνήμης και συγκέντρωσης και τα επαναλαμβανόμενα νυχτερινά ξυπνήματα για ούρηση.
Μπορεί επίσης να παρατηρούνται αλλαγές στη διάθεση, ευερεθιστότητα, συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης, καθώς και αρτηριακή υπέρταση που είναι δύσκολο να ρυθμιστεί.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις γυναίκες, καθώς η υπνική άπνοια δεν παρουσιάζεται πάντοτε με την «κλασική» εικόνα του έντονου ροχαλητού και της αίσθησης πνιγμού στον ύπνο. Μπορεί να εκδηλώνεται περισσότερο με κόπωση, αϋπνία, αλλαγές στη διάθεση ή πρωινούς πονοκεφάλους, με αποτέλεσμα τα συμπτώματα να αποδίδονται κάποιες φορές σε άλλες καταστάσεις.
Η θεραπεία εξαρτάται από τη σοβαρότητα και την αιτία του προβλήματος. Η θεραπεία θετικής πίεσης των αεραγωγών, όπως η CPAP, αποτελεί μία από τις βασικότερες επιλογές, ενώ σε συγκεκριμένους ασθενείς μπορεί να χρησιμοποιηθούν ειδικές ενδοστοματικές συσκευές ή άλλες παρεμβάσεις και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, χειρουργική θεραπεία. Η διαχείριση του σωματικού βάρους όταν υπάρχει υπερβάλλον βάρος και ο περιορισμός του αλκοόλ μπορούν επίσης να βοηθήσουν.
3. Σύνδρομο ανήσυχων ποδιών: όταν τα πόδια «δεν σε αφήνουν» να κοιμηθείς
Το σύνδρομο ανήσυχων ποδιών, ή νόσος Willis-Ekbom, χαρακτηρίζεται από μια έντονη και συχνά δύσκολο να ελεγχθεί ανάγκη να κινήσει κάποιος τα πόδια του και, σπανιότερα, τα χέρια του.
Μπορεί να συνοδεύεται από παράξενες και δυσάρεστες αισθήσεις, όπως μυρμήγκιασμα, κάψιμο, τράβηγμα, φαγούρα, πόνο ή μια αίσθηση εσωτερικής ανησυχίας που είναι δύσκολο να περιγραφεί.
Το χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι τα συμπτώματα εμφανίζονται ή γίνονται εντονότερα όταν το σώμα βρίσκεται σε ακινησία – για παράδειγμα όταν κάποιος κάθεται ή ξαπλώνει – και συνήθως επιδεινώνονται το βράδυ. Το περπάτημα, το τέντωμα ή γενικότερα η κίνηση μπορούν να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση.
Αυτός είναι και ο λόγος που η συγκεκριμένη κατάσταση μπορεί να μετατρέψει την ώρα του ύπνου σε πραγματική δοκιμασία.
Μελέτες έχουν εκτιμήσει ότι το σύνδρομο μπορεί να αφορά περίπου 7,2%-11,5% του πληθυσμού, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι αρκετές περιπτώσεις παραμένουν αδιάγνωστες.
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την αιτία και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο έλεγχος των αποθεμάτων σιδήρου, καθώς η έλλειψή του μπορεί να σχετίζεται με το σύνδρομο. Όταν υπάρχει ανεπάρκεια, ο γιατρός μπορεί να συστήσει χορήγηση σιδήρου. Υπάρχουν επίσης συγκεκριμένες φαρμακευτικές θεραπείες για ορισμένους ασθενείς.
Παράλληλα, μπορεί να βοηθήσουν πρακτικές όπως η τακτική σωματική δραστηριότητα, το μασάζ, τα ζεστά ή κρύα επιθέματα και η αποφυγή παραγόντων που επιδεινώνουν τα συμπτώματα, όπως η υπερβολική καφεΐνη.
Τα συμπληρώματα, συμπεριλαμβανομένου του σιδήρου ή του μαγνησίου, δεν θα πρέπει να λαμβάνονται ως θεραπεία χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση από επαγγελματία υγείας, καθώς δεν είναι κατάλληλα ή αποτελεσματικά για όλους.
4. Διαταραχές κιρκαδικού ρυθμού: όταν το βιολογικό σου ρολόι ακολουθεί διαφορετικό ωράριο
Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να κοιμηθούν κανονικά – απλώς όχι τις ώρες που απαιτεί η καθημερινότητά τους.
Στις διαταραχές ύπνου-αφύπνισης του κιρκαδικού ρυθμού, το εσωτερικό βιολογικό ρολόι βρίσκεται σε αναντιστοιχία με το εξωτερικό περιβάλλον ή με το ωράριο που πρέπει να ακολουθήσει το άτομο.
Ο κιρκαδικός ρυθμός δεν επηρεάζει μόνο τον ύπνο. Συμμετέχει στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος, της έκκρισης ορμονών και πολλών ακόμη φυσιολογικών λειτουργιών.
Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να αδυνατεί συστηματικά να κοιμηθεί μέχρι πολύ αργά τη νύχτα και, κατά συνέπεια, να δυσκολεύεται εξαιρετικά να ξυπνήσει το πρωί. Σε άλλες περιπτώσεις συμβαίνει το αντίθετο: η υπνηλία εμφανίζεται πολύ νωρίς το βράδυ και το άτομο ξυπνά πριν ακόμη ξημερώσει.
Ερευνητικά δεδομένα έχουν εκτιμήσει ότι τέτοιου τύπου διαταραχές μπορεί να αφορούν έως περίπου 3% των ενηλίκων, με υψηλότερα ποσοστά σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες.
Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η μεγάλη αλλαγή του προγράμματος όταν εξαφανίζονται οι κοινωνικές υποχρεώσεις. Για παράδειγμα, στις διακοπές ή τα Σαββατοκύριακα το άτομο μπορεί να μετακινείται αυθόρμητα σε ένα εντελώς διαφορετικό ωράριο και να κοιμάται πολύ καλύτερα.
Παρόμοια προβλήματα μπορούν να εμφανιστούν σε ανθρώπους που εργάζονται σε νυχτερινές ή εναλλασσόμενες βάρδιες. Μπορεί να είναι εξαντλημένοι, αλλά να δυσκολεύονται να κοιμηθούν τις ώρες που έχουν διαθέσιμες.
Μια ακόμη ένδειξη είναι η επίμονη «αϋπνία» που δεν ανταποκρίνεται στις συνηθισμένες συμβουλές για καλύτερο ύπνο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν είναι ότι το σώμα αδυνατεί να κοιμηθεί, αλλά ότι προσπαθεί να κοιμηθεί σε ώρα που δεν συμβαδίζει με το βιολογικό του ρολόι.
Όπου είναι εφικτό, η προσαρμογή του καθημερινού προγράμματος στο φυσικό παράθυρο ύπνου μπορεί να βοηθήσει. Όταν αυτό δεν είναι δυνατό, ένας ειδικός μπορεί να χρησιμοποιήσει κατάλληλα χρονισμένη έκθεση σε έντονο φως, μελατονίνη σε συγκεκριμένη ώρα και δόση ή συμπεριφορικές παρεμβάσεις. Ο χρονισμός έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η λανθασμένη χρήση φωτός ή μελατονίνης μπορεί να μετακινήσει το βιολογικό ρολόι προς ανεπιθύμητη κατεύθυνση.
Πότε η κούραση παύει να είναι «φυσιολογική»;
Το βασικό μήνυμα είναι ότι δεν χρειάζεται να συνηθίσουμε να ζούμε μόνιμα κουρασμένοι. Το περιστασιακό κακό βράδυ είναι φυσιολογικό. Όταν όμως η δυσκολία στον ύπνο, η υπνηλία ή η εξάντληση επιμένουν και αρχίζουν να επηρεάζουν τη δουλειά, τη διάθεση, τη συγκέντρωση ή γενικότερα την καθημερινότητα, αξίζει να αναζητηθεί η αιτία.
Ιδιαίτερα η έντονη υπνηλία σε καταστάσεις όπου απαιτείται εγρήγορση – όπως κατά την οδήγηση – δεν πρέπει να αγνοείται.
Και το σημαντικότερο: Διαφορετικές διαταραχές μπορεί να προκαλούν παρόμοια συμπτώματα, αλλά δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο. Η σωστή διάγνωση από γιατρό ή εξειδικευμένο επαγγελματία ύπνου είναι αυτή που καθορίζει και την κατάλληλη θεραπεία.












