Μήπως δεν προσαρμόζεσαι, αλλά χάνεις τον εαυτό σου;
Ψυχολογία
Η ικανότητα να προσαρμοζόμαστε στους ανθρώπους, στις περιστάσεις και στο κοινωνικό περιβάλλον αποτελεί βασικό κομμάτι της καθημερινής ζωής. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η προσαρμογή παύει να είναι μια συνειδητή κοινωνική δεξιότητα και μετατρέπεται σε μια μόνιμη προσπάθεια να δείχνουμε κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είμαστε; Ψυχολόγοι και ερευνητές έχουν μελετήσει τη λεπτή αυτή διαχωριστική γραμμή και τις πιθανές επιπτώσεις της στην ψυχική ευεξία.
Η προσαρμοστικότητα είναι ένα ιδιαίτερα χρήσιμο skill. Παρατηρείς το περιβάλλον, «διαβάζεις» τους ανθρώπους και τα κοινωνικά μηνύματα και προσαρμόζεις ανάλογα τη συμπεριφορά σου. Μπορεί να αλλάξεις ελαφρώς τον τόνο της φωνής σου, να επιλέξεις πιο προσεκτικά τις λέξεις σου ή να αποφασίσεις ότι μια συγκεκριμένη στιγμή δεν είναι κατάλληλη για να εκφράσεις όλα όσα σκέφτεσαι.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι προδίδεις τον εαυτό σου. Σημαίνει ότι αποφασίζεις συνειδητά πότε, πώς και σε ποιον θα εκφραστείς, διατηρώντας παράλληλα τα προσωπικά σου όρια και τις αξίες σου.
Όταν, όμως, αυτά τα όρια αρχίζουν να εξαφανίζονται και η ανάγκη να ανταποκριθείς στις προσδοκίες των άλλων γίνεται μόνιμη, η προσαρμογή μπορεί σταδιακά να μετατραπεί σε προσποίηση.
Υπάρχει, επομένως, σημαντική διαφορά ανάμεσα στις μικρές προσαρμογές που όλοι κάνουμε καθημερινά και στη διαρκή παρουσίαση μιας εκδοχής του εαυτού μας που δεν μας αντιπροσωπεύει. Μπορεί και οι δύο συμπεριφορές να εξυπηρετούν φαινομενικά παρόμοιους σκοπούς –να διευκολύνουν, για παράδειγμα, τις κοινωνικές σχέσεις ή να μας κάνουν περισσότερο αποδεκτούς–, όμως η συστηματική «ζωή με προσωπείο» μπορεί να αποδειχθεί ψυχικά εξαντλητική.
Γιατί η συνεχής προσποίηση μπορεί να σε εξαντλήσει
Μία από τις πιο μελετημένες πλευρές του φαινομένου αφορά τη λεγόμενη «συναισθηματική εργασία» (emotional labor). Ο όρος περιγράφει την προσπάθεια που καταβάλλει κάποιος για να διαχειριστεί τόσο τα συναισθήματά του όσο και τον τρόπο με τον οποίο τα εκφράζει, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας εργασίας ή ενός συγκεκριμένου κοινωνικού ρόλου.
Το 2003, η ψυχολόγος Alicia Grandey δημοσίευσε έρευνα σχετικά με τη συναισθηματική εργασία εργαζομένων στον χώρο των υπηρεσιών. Πρόκειται, για παράδειγμα, για περιπτώσεις όπου ένας υπάλληλος καλείται να χαμογελά, να παραμένει ευγενικός και να δείχνει φιλικός, ακόμη και όταν στην πραγματικότητα αισθάνεται εκνευρισμό, κόπωση ή απογοήτευση.
Μέσα από αυτή την ερευνητική προσέγγιση διακρίνονται δύο διαφορετικοί τρόποι διαχείρισης της συναισθηματικής έκφρασης:
Επιφανειακή υποκριτική (surface acting): το άτομο αλλάζει μόνο την εξωτερική του έκφραση, προβάλλοντας συναισθήματα που στην πραγματικότητα δεν αισθάνεται και καταπιέζοντας αυτά που βιώνει.
Βαθιά υποκριτική (deep acting): το άτομο επιχειρεί να μεταβάλει ενεργά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ή βιώνει μια κατάσταση, ώστε το συναίσθημα που τελικά εκφράζει να βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που πραγματικά αισθάνεται.
Η πρώτη μορφή συνδέθηκε με υψηλότερα επίπεδα στρες και συναισθηματικής εξάντλησης, κάτι που δεν παρατηρήθηκε με τον ίδιο τρόπο στη δεύτερη. Παράλληλα, το surface acting φάνηκε να έχει επιπτώσεις και στην αποτελεσματικότητα ή στην ποιότητα της παρεχόμενης εξυπηρέτησης.
Σε αντίθεση με την επιφανειακή προσποίηση, σχετική μελέτη περιγράφει το deep acting ως μια πιο σύνθετη διαδικασία συναισθηματικής ρύθμισης. Μπορεί να περιλαμβάνει γνωστικές στρατηγικές όπως η προσπάθεια να δεις μια κατάσταση από την οπτική του άλλου, η γνωστική επανεκτίμηση, ο εσωτερικός διάλογος και η ενσυνειδητότητα (mindfulness).
Με αυτόν τον τρόπο θεωρείται περισσότερο αυθεντική μορφή διαχείρισης των συναισθημάτων και έχει συσχετιστεί με καλύτερα αποτελέσματα για την ευεξία. Με άλλα λόγια, υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να αλλάζεις απλώς αυτό που δείχνεις και στο να επεξεργάζεσαι αυτό που πραγματικά αισθάνεσαι.
Όταν αρχίζεις να χάνεις την επαφή με τον εαυτό σου
Μια δεύτερη σημαντική παράμετρος είναι η αυθεντικότητα.
Το 2008, ομάδα ψυχολόγων και ερευνητών παρουσίασε το Authenticity Scale, ένα ψυχομετρικό εργαλείο που εξετάζει σε ποιο βαθμό ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ζει και συμπεριφέρεται βρίσκεται σε συμφωνία με τον εσωτερικό του εαυτό και τις προσωπικές του αξίες.
Η συγκεκριμένη κλίμακα εξετάζει, μεταξύ άλλων, την «αυθεντική διαβίωση» (authentic living) αλλά και την «αυτο-αποξένωση» (self-alienation), δηλαδή την αίσθηση ότι κάποιος έχει χάσει την επαφή ή έχει απομακρυνθεί από τον πραγματικό του εαυτό.
Τα ευρήματα συνέδεσαν υψηλότερα επίπεδα αυθεντικότητας με την αυτοεκτίμηση και με διαφορετικές πτυχές της υποκειμενικής και ψυχολογικής ευεξίας. Αντίθετα, μεγαλύτερη αυτο-αποξένωση και ισχυρότερη επιρροή από εξωτερικές προσδοκίες συνδέθηκαν με χαμηλότερα επίπεδα ευημερίας.
Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν το πιθανό ψυχικό κόστος που μπορεί να έχει η επίμονη προσπάθεια να παρουσιάζουμε προς τα έξω έναν εαυτό που απέχει σημαντικά από αυτόν που αισθανόμαστε ότι πραγματικά είμαστε.
Η ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΣΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΡΧΙΣΕΙ ΟΤΑΝ Η ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΑΠΑΙΤΕΙ ΝΑ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΣΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ, ΤΙΣ ΑΞΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΣΟΥ ΕΑΥΤΟ.
Προσαρμοστικότητα δεν σημαίνει ότι είσαι ψεύτικος
Το να είσαι αυθεντικός δεν σημαίνει ότι πρέπει να λες κάθε σκέψη που περνά από το μυαλό σου ή να εκφράζεις αμέσως κάθε συναίσθημα που βιώνεις.
Μπορεί, για παράδειγμα, να είσαι θυμωμένος και να επιλέξεις συνειδητά να μιλήσεις ήρεμα. Μπορεί να μη σε ενδιαφέρει ιδιαίτερα μια συζήτηση και παρ’ όλα αυτά να παραμείνεις ευγενικός απέναντι στον συνομιλητή σου. Αυτές οι μικρές προσαρμογές αποτελούν φυσιολογικό μέρος της κοινωνικής συνύπαρξης και δεν ακυρώνουν την αυθεντικότητα.
Σε αυτό το σημείο έχει ενδιαφέρον η έννοια της αυτοπαρακολούθησης (self-monitoring), την οποία εισήγαγε ο καθηγητής Ψυχολογίας Mark Snyder το 1974.
Η έννοια περιγράφει την ικανότητα ενός ανθρώπου να παρατηρεί τα κοινωνικά σήματα του περιβάλλοντός του και, με βάση αυτά, να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει και εκφράζει τον εαυτό του.
Οι άνθρωποι με υψηλό self-monitoring έχουν κατά καιρούς χαρακτηριστεί «κοινωνικοί χαμαιλέοντες», ακριβώς επειδή μπορούν να μεταβάλλουν ευκολότερα τη συμπεριφορά τους ανάλογα με τις απαιτήσεις μιας περίστασης.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι λιγότερο αυθεντικοί.
Μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2017 διαπίστωσε ότι η συνολική σχέση ανάμεσα στο self-monitoring και την αυθεντικότητα ήταν ασθενής, ενώ διαφορετικές διαστάσεις της αυτοπαρακολούθησης παρουσίαζαν διαφορετικές σχέσεις τόσο με την αυθεντικότητα όσο και με την ευημερία.
Επομένως, η ικανότητα προσαρμογής από μόνη της δεν σημαίνει ότι κάποιος υποκρίνεται.
Πότε η προσαρμογή μετατρέπεται σε προσωπείο;
Ίσως το σημαντικότερο ερώτημα είναι πόσο μακριά χρειάζεται να απομακρυνθείς από τον εαυτό σου προκειμένου να αισθανθείς ότι μπορείς να υπάρξεις μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνική συνθήκη.
Είναι διαφορετικό, για παράδειγμα, να επιλέγεις πιο προσεκτικό λεξιλόγιο και πιο επίσημο ύφος κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης για δουλειά –μια απολύτως αναμενόμενη προσαρμογή στην περίσταση– και διαφορετικό να αποκρύπτεις συστηματικά τις απόψεις, τις ανάγκες ή τα συναισθήματά σου επειδή φοβάσαι ότι, αν τα εκφράσεις, οι άλλοι θα σε απορρίψουν.
Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που πραγματικά αισθάνεσαι και σε αυτό που πιστεύεις ότι «πρέπει» να δείξεις, τόσο περισσότερη ψυχική ενέργεια μπορεί να απαιτεί η διατήρηση αυτής της εικόνας.
Όταν χρειάζεται συνεχώς να σκέφτεσαι τι πρέπει να πεις, πώς πρέπει να φερθείς, ποια αντίδραση επιτρέπεται να δείξεις και ποιο κομμάτι του εαυτού σου πρέπει να κρύψεις για να γίνεις αποδεκτός, η προσαρμογή παύει να λειτουργεί απλώς ως κοινωνικό εργαλείο.
Μπορεί σταδιακά να γίνει ένα προσωπείο που χρειάζεται διαρκή προσπάθεια για να διατηρηθεί.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά: η υγιής προσαρμοστικότητα σου επιτρέπει να αλλάζεις τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεσαι χωρίς να χρειάζεται να αλλάξεις αυτό που είσαι.














