Με ποιους τρόπους μεταδίδεται η γρίπη;
Health
Νεότερα επιστημονικά δεδομένα αποκαλύπτουν τους καθοριστικούς παράγοντες εξάπλωσης του ιού.
Την ώρα που μια νέα παραλλαγή του ιού της γρίπης εξαπλώνεται με ταχύ ρυθμό παγκοσμίως, ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ φέρνουν στο φως σημαντικά στοιχεία σχετικά με τους μηχανισμούς μετάδοσης της νόσου. Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Pathogens, προσφέρει πολύτιμες ενδείξεις για το πώς μπορούμε να περιορίσουμε τον κίνδυνο μόλυνσης, ιδιαίτερα σε κλειστούς χώρους.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, πρόκειται για την πρώτη κλινική μελέτη που διεξήχθη σε ελεγχόμενο περιβάλλον και εξετάζει τη μετάδοση της γρίπης μέσω του αέρα μεταξύ ατόμων που είχαν μολυνθεί φυσικά και υγιών εθελοντών, χωρίς τεχνητή έκθεση στον ιό στο εργαστήριο. Το γεγονός αυτό καθιστά τα ευρήματα ιδιαίτερα αξιόπιστα και κοντά στις πραγματικές συνθήκες της καθημερινής ζωής.
Η ανάγκη κατανόησης της εξάπλωσης της γρίπης είναι επιτακτική για τη δημόσια υγεία, καθώς εκτιμάται ότι έως και ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι προσβάλλονται από εποχική γρίπη κάθε χρόνο, με εκατομμύρια περιπτώσεις να οδηγούν σε σοβαρές επιπλοκές ή νοσηλεία.
Στο πλαίσιο της μελέτης, ερευνητές από τις Σχολές Δημόσιας Υγείας, Ιατρικής και Μηχανικών του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ τοποθέτησαν πέντε φοιτητές που έπασχαν ήδη από γρίπη μαζί με έντεκα υγιείς ενήλικες μέσης ηλικίας σε δωμάτιο ξενοδοχείου στη Βαλτιμόρη. Δύο από τους υγιείς συμμετέχοντες είχαν εμβολιαστεί κατά της γρίπης. Το πείραμα πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις, τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2024. Παρά τη στενή επαφή, κανένας από τους υγιείς εθελοντές δεν νόσησε.
Οι συμμετέχοντες έζησαν επί δύο εβδομάδες σε απομονωμένο όροφο ξενοδοχείου, ακολουθώντας καθημερινές δραστηριότητες που προσομοίαζαν κοινωνικές αλληλεπιδράσεις της καθημερινότητας, όπως συζητήσεις, ήπιες σωματικές ασκήσεις, γιόγκα, διατάσεις και χορό. Οι δραστηριότητες αυτές διαρκούσαν από σχεδόν δύο έως και τέσσερις ώρες ημερησίως. Παράλληλα, οι ασθενείς χρησιμοποιούσαν κοινά αντικείμενα, όπως στυλό, τάμπλετ και μικρόφωνα, τα οποία στη συνέχεια μοιράζονταν με την ομάδα.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας, οι επιστήμονες κατέγραφαν τα συμπτώματα των συμμετεχόντων και πραγματοποιούσαν καθημερινές εξετάσεις, όπως ρινικά δείγματα, δείγματα σάλιου και αιματολογικούς ελέγχους για την ανίχνευση αντισωμάτων. Επιπλέον, μετρήθηκε η ποσότητα του ιού στον αέρα της αίθουσας και στη ζώνη αναπνοής των εθελοντών.
Όπως εξηγεί η δρ. Τζιάνγιου Λάι, επικεφαλής της ανάλυσης των δεδομένων, δύο είναι οι βασικοί παράγοντες που φαίνεται να επηρεάζουν καθοριστικά τη μετάδοση της γρίπης: ο βήχας και ο αερισμός. Παρότι οι ασθενείς έφεραν υψηλό ιικό φορτίο στη μύτη, δεν εμφάνιζαν έντονο βήχα, με αποτέλεσμα να απελευθερώνονται στον αέρα ελάχιστα ιικά σωματίδια.
Ταυτόχρονα, ο καλός αερισμός του χώρου έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η συνεχής κυκλοφορία του αέρα, μέσω θερμαντικού σώματος και αφυγραντήρα, συνέβαλε στην αραίωση των ιικών σωματιδίων, μειώνοντας δραστικά την πιθανότητα εισπνοής τους από τους υγιείς συμμετέχοντες. Επιπλέον, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι οι ενήλικες μέσης ηλικίας εμφανίζουν συχνά μεγαλύτερη ανοσία στη γρίπη λόγω προηγούμενων εμβολιασμών ή παλαιότερων λοιμώξεων.
Τα ευρήματα της μελέτης προσφέρουν χρήσιμες κατευθυντήριες γραμμές για την πρόληψη της γρίπης. Όπως τονίζει ο καθηγητής Ντόναλντ Μίλτον, ειδικός στη βιολογία της αερομεταφερόμενης μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων, η στενή επαφή σε κλειστούς χώρους με ανεπαρκή ανανέωση του αέρα αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Η χρήση καθαριστών αέρα, ο καλός εξαερισμός και, όταν υπάρχει στενή επαφή με άτομο που βήχει, η χρήση μάσκας υψηλής προστασίας (όπως η Ν95), μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο μόλυνσης.
Συνολικά, η μελέτη υπογραμμίζει ότι η μετάδοση της γρίπης δεν είναι αναπόφευκτη και ότι απλά μέτρα πρόληψης, σε συνδυασμό με τον εμβολιασμό, μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού.











